Κοντά σε έγκαιρη διάγνωση του Αλτσχάιμερ

Βρετανοί επιστήμονες πιστεύουν ότι βρήκαν ένα τρόπο να κάνουν έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, αρκετά χρόνια πριν εμφανιστούν τα οδυνηρά συμπτώματά της. Ένα τεστ οσφυϊκής παρακέντησης, σε συνδυασμό με ένα εγκεφαλικό τεστ, μπορούν να εντοπίσουν τους ανθρώπους με τις πρώιμες ενδείξεις άνοιας, που θα καταλήξει σε Αλτσχάιμερ.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να επιτρέψει στους γιατρούς να επιλέγουν εκείνους τους ασθενείς στους οποίους θα πρέπει να δοθούν έγκαιρα φάρμακα, ώστε να έχουν περισσότερες πιθανότητες να «φρενάρουν» την εξέλιξη της επώδυνης νευροεκφυλιστικής πάθησης, η οποία πλήττει πολλά εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και για την οποία μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία, παρά μόνο σχετική επιβράδυνση της εκδήλωσης των συμπτωμάτων. Προς το παρόν, η νόσος διαγιγνώσκεται συνήθως σε προχωρημένο στάδιο, οπότε η αντιμετώπισή της είναι ακόμα πιο δύσκολη.

Οι ερευνητές, υπό τον δρ Τζόναθαν Σοτ του Ινστιτούτου Νευρολογίας του πανεπιστημίου University College του Λονδίνου, που παρουσίασαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό νευρολογίας "Annals of Neurology", σύμφωνα με το BBC, ευελπιστούν ότι μπορούν πια να ανιχνεύουν τη νόσο του Αλτσχάιμερ στα πιο πρώιμα στάδιά της, πολλά χρόνια πριν την εκδήλωσή της.


Ο εντοπισμός της νόσου γίνεται με την έγκαιρη ανίχνευση της συρρίκνωσης του όγκου του εγκεφάλου και, παράλληλα, της μείωσης του επιπέδου μιας πρωτεΐνης, του αμυλοειδούς, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό που βρίσκεται στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό της σπονδυλικής στήλης.


Η νόσος του Αλτσχάιμερ, που αποτελεί την πιο κοινή μορφή άνοιας, συνδέεται τόσο με την μείωση του όγκου του εγκεφάλου, όσο και με την αύξηση της συγκεκριμένης πρωτεΐνης στον εγκέφαλο, κάτι που σημαίνει ότι αντίστοιχα μειώνεται η ποσότητά της στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (γι’ αυτό η παρακέντηση για τη λήψη υγρού γίνεται στην οσφυϊκή περιοχή).


Οι Βρετανοί ερευνητές έκαναν πειράματα με 105 υγιείς εθελοντές, στους οποίους έκαναν τόσο εγκεφαλικούς ελέγχους, όσο και λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η έρευνα έδειξε ότι στα άτομα που είχαν χαμηλά επίπεδα αμυλοειδούς στο υγρό αυτό (αυτά ήσαν περίπου το 38% του συνόλου των εθελοντών), ο εγκέφαλός τους συρρικνώθηκε διαχρονικά με διπλάσια ταχύτητα σε σχέση με όσους είχαν φυσιολογικό επίπεδο αμυλοειδούς.

Επιπλέον, όσοι είχαν μειωμένο αμυλοειδές, είχαν επίσης πενταπλάσια πιθανότητα να διαθέτουν στο DNA τους ένα γενετικό παράγοντα υψηλού κινδύνου για άνοια (το γονίδιο ΑΠΟΕ4), ενώ παράλληλα είχαν υψηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης Ταυ, που επίσης έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για Αλτσχάιμερ.


Προς το παρόν πάντως, είναι πρόωρο να ξέρει κανείς σε ποιο βαθμό θα αναπτύξουν πράγματι Αλτσχάιμερ όσοι έχουν χαμηλότερο αμυλοειδές. Οι ερευνητές θα περιμένουν υπομονετικά για να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους -και την τεχνική τους- στο μέλλον. Αν όντως επιβεβαιωθούν, οι γιατροί θα έχουν στα χέρια τους ένα σημαντικό διαγνωστικό «όπλο».


Επίσης, επειδή μερικοί άνθρωποι μπορεί να φοβούνται την λήψη υγρού με βελόνα από την περιοχή του νωτιαίου μυελού τους, οι επιστήμονες ήδη μελετούν εναλλακτικούς τρόπους μέτρησης του επιπέδου του αμυλοειδούς. 
Δημοσίευση σχολίου