Επιστολή Μητροπολίτη Κυθήρων Σεραφείμ προς την Ιεραρχία

Επιστολή προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέστειλε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κυθήρων κ. Σεραφείμ, ο οποίος αναφέρετε σε φλέγοντα εκκλησιαστικά θέματα, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της Εκκλησίας.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ:

Μακαριώτατε άγιε Πρόεδρε, Άγιοι Συνοδικοί,

Εν πρώτοις προάγομαι και δια του παρόντος να ευχηθώ άπαξ έτι ταχείαν ανάρρωσιν και αποκατάστασιν της υγιείας Υμών, του Μακ. Προέδρου, και ακώλυτον συνέχισιν των πολυευθύνων καθηκόντων Υμών ως τε Πρωθιεράρχου και ως Προκαθημένου – Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Ελλαδικής ημών Εκκλησίας.

Εν συνεχεία ας μου επιτραπή, Μακαριώτατε και Άγιοι Συνοδικοί, να επισημάνω ακροθιγώς φλέγοντά τινα και επείγοντα καίρια εκκλησιαστικά θέματα, περί ων έγραψαν μεν πρεσβύτεροί τινες και σεβάσμιοι Αδελφοί Συνεπίσκοποι, δεν ηκούσθη όμως επισήμως και αρμοδίως η φωνή της Εκκλησίας, των Ανωτάτων Διοικητικών Οργάνων Αυτής.

1. Σο καυτόν και αγωνιώδες δια εκατομμύρια χριστιανών θέμα της Κάρτας του Πολίτη, περί ου πολλαί κινητοποιήσεις και πολλά δημοσιεύματα, εν οις και το προσφάτως απευθυνθέν εις Υμάς σχετικόν έγγραφον του Σεβ.Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου.

Στο εν θέματι νομοσχέδιον έχει κατατεθή προς ψήφισιν εις την Βουλήν των Ελλήνων, χωρίς προηγουμένως, συμφώνως προς την υπόσχεσιν του Υπουργού Εσωτερικών κ.Ιωάν. Ραγκούση, να τεθή εν σχεδίω υπ’ όψιν της Ιεράς ημών Συνόδου δια την έκφρασιν και διατύπωσιν των επ’ αυτού θέσεων της Εκκλησίας.

Η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους έλαβε σαφή θέσιν επ’ αυτού και ημείς οι Επίσκοποι οι συγκροτούντες το Σώμα της Σεπτής Ιεραρχίας μας τηρούμεν σιωπήν μέχρι στιγμής.

2. Σα πλήθη των «αγανακτισμένων» συνανθρώπων μας προσβλέπουν εν πολλοίς με εμπιστοσύνην εις την Μητέρα Εκκλησίαν, όπου πολλοί καταφεύγουν δια τας βιοτικάς ανάγκας των και τον επιούσιον άρτον, αλλά και δια την ποθητήν διέξοδον από την ηθικήν και πνευματικήν κρίσιν, και δι’ αυτών από την διογκουμένην οικονομικήν τοιαύτην, παρά τα τυχόν αναφυόμενα εκκλησιαστικά σκάνδαλα και θλιβεράς τινας περιπτώσεις.

Προσβλέπουν δε εις την Μητέρα Εκκλησίαν, θεωρούντες Αυτήν ως την Κιβωτόν της σωτηρίας, την Σαμειούχον της Θείας Χάριτος, την Οικονόμον των Μυστηρίων του Θεού και την Θεματοφύλακα της σωζούσης Θείας Αληθείας, την κατέχουσαν την ασφαλή και βεβαίαν άγκυραν της πίστεως ημών.

Αποτελεί αύτη την μόνην ελπίδα και καταφυγήν και σωτηρίαν των.

Δια τούτο η ευθύνη ημών των Ποιμένων της Εκκλησίας μας είναι τρισμέγιστη και ακεραία, εάν δεν τυγχάνωμεν άξιοι και συνεπείς προς την αποστολήν μας η το χειρότερον, εάν τυχόν σκανδαλίζωμεν το πλήρωμα της Εκκλησίας μας, μη φυλάσσοντες ως κόρην οφθαλμού την αγίαν Ορθόδοξον Πίστιν και Παράδοσιν ανόθευτον η παραθεωρούντες την τήρησιν και ομολογίαν της ακραιφνούς δογματικής και εκκλησιολογικής διδασκαλίας της και τα Ευαγγελικά, ηθικά και πνευματικά διδάγματα και μηνύματα Αυτής.

Εάν και ημείς απογοητεύσωμεν τους «αγανακτισμένους» εις θέματα Ορθοδόξου Πίστεως και Παραδόσεως, εις θέματα απτόμενα της παραχαράξεως της αληθείας και της νοθείας του Ευαγγελικού σωτηρίου μηνύματος και εις θέματα εμπλοκής ημών εις τους πλοκάμους της αιρέσεως, της κακοδοξίας, της πλάνης και της κοινωνίας μετά των αιρετικών και ακοινωνήτων, τότε ουαί και αλλοίμονον, η κατάστασις θα είναι άνευ προηγουμένου ζοφερωτάτη και αθλιωτάτη και θα φθάσωμεν εις το ανθρωπίνως αδιέξοδον.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ δια προσφάτων προς Υμάς εγγράφων επεσήμανε : α) την καινοτόμον εκτροπήν του ομοδόξου Πατριαρχείου ΢ερβίας εις την τέλεσιν του Ιερού Μυστηρίου του Βαπτίσματος, ουχί δια του παραδοσιακού τρόπου της τριπλής καταδύσεως και αναδύσεως, αλλά δια του ραντισμού (βάπτισμα Παπικών) η δι’ επιχύσεως ύδατος, ήτις, ούτως εχόντων των πραγμάτων καθιστά ατέλεστον το Ορθόδοξον Βάπτισμα και συνιστά εκτροχιασμόν εκ της Ορθοδόξου Παραδόσεως, μεθ’ όσων ούτος συνεπάγεται, και ύφαλόν τινα δια την ακώλυτον εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ως διεξοδικώς ανέλυσε το θέμα τούτο, και β) την αντικανονικήν συμμετοχήν δι’ αμφίων των εκπροσώπων των Παπικών και των Αρμενίων εις τον Ιερόν Πατριαρχικόν Ναόν της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της

Κωνσταντινουπόλεως, κατά τον Πατριαρχικόν Εσπερινόν της Αγάπης, οπότε αμφότεροι οι εκπρόσωποι, ενδεδυμένοι μετά των αμφίων των, ανέγνωσαν εις την γλώσσαν των το Ευαγγέλιον της Αγάπης, διελθόντες δια της Ωραίας Πύλης του Πατριαρχικού Ναού, ως εάν ήσαν κανονικοί Κληρικοί εν εκκλησιαστική κοινωνία.

Η πράξις αυτή, ανεπίτρεπτος και ασυγχώρητος από κανονικής απόψεως, αφού πρόκειται περί ακοινωνήτων ως προς ημάς λειτουργών - εκπροσώπων, είναι ανωτέρα της απλής συμπροσευχής και κατωτέρα της συλλειτουργίας και της συμμετοχής εις το κοινόν Ποτήριον. Και εάν η απλή συμπροσευχή («ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω» κατά τον 10ον Αποστολικόν Κανόνα) επισύρει τοιαύτην βαρείαν ποινήν, η εν τη επισήμω Θεία Λατρεία της κορυφαίας των Δεσποτικών εορτών συλλειτουργία, υπό την ευρυτέραν έννοιαν, πως κανονίζεται, αφού ουδείς απολύτως, ουδέ οι Πρωθιεράρχαι και Προκαθήμενοι των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εξαιρούνται του Αποστολικού τούτου Κανόνος;

Ούτως δε εχόντων των πραγμάτων και ενταύθα παρακωλύεται η εκκλησιαστική κοινωνία, όταν «μεταίρωνται όρια αιώνια, α οι Πατέρες έθεντο». Και όταν τούτο, αντί να συντελέση εις την αληθή κατά Θεόν προσέγγισιν και κοινωνίαν, μόνον προβλήματα συνειδήσεως και ενοχάς εκ της παραβιάσεως των Ιερών Κανόνων επισωρεύει, κλονισμόν εμπιστοσύνης προξενεί και σκανδαλισμού πρόξενος γίνεται επ’ απωλεία ψυχών, «υπέρ ων Χριστός απέθανε».

3. Έτερος Αδελφός εν Κυρίω, ο Σεβ. Μητροπολίτης Γλυφάδας κ. Παύλος, παρακαλών δια του υπ’ αριθ. 484/12-4-2011 εγγράφου του προς την Δ.Ι.Σ. «όπως αι αποφάσεις της Συνοδικής Επιτροπής επί των Διορθοδόξων και των Διαχριστιανικών Σχέσεων α) περί της συμμετοχής της Εκκλησίας της Ελλάδος εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών και β) περί του Διαλόγου μετά των Ρωμαιοκαθολικών, των Διαμαρτυρομένων και πάσης άλλης ομάδος εκτός Εκκλησίας, εγκεκριμέναι ήδη υπό της Δ.Ι.Σ., λόγω των εν αυταίς εξαιρετικώς σοβαρών διαλαμβανομένων θεμάτων και πνευματικών συνεπειών, εισαχθώσι προς έγκρισιν εις το Σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος<, απεδοκιμάσθη υπό νεωτέρου συνεπισκόπου μας, ενώ αι προτάσεις του είναι ορθαί και ενδεδειγμέναι.

4. Αι επίκαιροι και επείγουσαι προτάσεις των σεβ. Μητροπολιτών Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.Αμβροσίου και Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ.Ανδρέου δια τον διορισμόν νέων Εφημερίων και την μισθοδοσίαν του Ιερού Κλήρου, δέον να τύχουν ιδιαιτέρας προσοχής και

5. Η πατερική τοποθέτησις του Σεβ. Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ.Ιερεμίου κατά της «μεταπατερικής» θεολογίας και των «μεταπατερικών» θεολόγων, ως ούσης βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος, (ήτις και κατ’ ουσίαν τοιαύτη τυγχάνει), είναι ορθή και αξιοπρόσεκτος.

Παρόμοιόν τι συμβαίνει και με την συναφή αρχήν της «μετανεωτερικότητας», προτεσταντικής υφής και αφετηρίας ουσών αμφοτέρων, εφ’ όσον άπαντα τα θεολογικά θέματα επαναπροσδιορίζονται διαρκώς κατ’ αυτήν (αποκλειομένης ούτω πως της στερεάς και αμεταθέτου Ορθοδόξου Παραδόσεως) επί νεωτέρων βάσεων και δεδομένων.

Μακαριώτατε, Άγιοι Συνοδικοί,

Σαπεινώς φρονώ ότι δι’ άπαντα τα ανωτέρω, δι’ α τυγχάνω σύμψηφος μετά των προειρημένων Σεβ. Μητροπολιτών και εκθύμως συνυπογράφω τας θέσεις των, δέον να τοποθετηθή επισήμως και υπευθύνως η Ιερά ημών Σύνοδος, εφ’ όσον αυτά είναι λίαν σοβαρά θέματα και απασχολούν εναγωνίως το Χριστεπώνυμον Πλήρωμα της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας και ακολούθως η Σεπτή ημών Ιεραρχία.

Μη αφήσωμεν, προς Θεού, τα υπεράνω όλων ύψιστα δογματικά και εκκλησιολογικά θέματα «εις το έλεος του Θεού», διότι έχομεν βαρυτάτας ευθύνας.

Δεν είναι ιδιωτικαί υποθέσεις των κατά τόπους ομοδόξων Εκκλησιών, αλλά κοιναί, καθολικαί και πανορθόδοξοι, διότι τα θέματα αυτά εκπηγάζουν εκ του Ιερού Ευαγγελίου και της καθόλου Αγίας Γραφής, εκ των κοινών Ιερών Κανόνων και των κοινών ιερών δογμάτων της Ορθοδόξου Πίστεώς μας.

Όταν π.χ. μία ομόδοξος Εκκλησία προβαίνει εις συμπροσευχάς μετά ετεροδόξων, αιρετικών η και αλλοθρήσκων, όταν προσφέρη τα άγια Μυστήρια εις τους, κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Εκκλησίας μας, ακοινωνήτους, όταν συλλειτουργή μετ’ αυτών, κατά κυριολεξίαν η με την ευρυτέραν έννοιαν της λέξεως εν ώρα Θείας Λατρείας, και αν τυχόν δεχθή, Θεός φυλάξοι, τον γάμον η την χειροτονίαν ομοφυλοφίλων η την κατάργησιν των κωλυμάτων Ιερωσύνης κλπ, τότε αι λοιπαί ομόδοξοι Εκκλησίαι δια να έχουν ακώλυτον την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετ’ αυτής υποχρεούνται να ανακαλέσουν αυτήν εις την τάξιν.

Και αυτό δεν θα αποτελή το παράπαν ανάμειξιν εις τα εσωτερικά πράγματα μιας Σοπικής ομοδόξου Εκκλησίας.

Εάν λίαν προσφάτως διεκόπη η εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ δύο Ορθοδόξων Πατριαρχείων δια τι θέμα κανονικής μεν τάξεως, αλλ’ ουχί και δογματικόν, μετά πόσης ευαισθησίας και μεθ’ οποίου φόβου Θεού και τρόμου πρέπει να διαχειριζώμεθα τα ως άνω μείζονα θεολογικά και δογματικά θέματα;

Εξαιτούμενος την υμετέραν κατανόησιν και τον διακριτικόν χειρισμόν των ως άνω φλεγόντων και επικαίρων θεμάτων επ’ αγαθώ του Χριστεπωνύμου της Εκκλησίας ημών Πληρώματος διατελώ,

Μετά βαθυτάτου σεβασμού

Ελάχιστος εν Επισκόποις

† Ο Κυθήρων Σεραφείμ
Δημοσίευση σχολίου