Τις πταίει; Παγκοσμιοποίηση, αλλοτροπισμός και χωνευτήρια πολιτισμών


Η σύγχρονη εξελικρατία στα πρότυπα των δυτικών αξιών που εντέχνως επεβλήθη στη χώρα μας από τη μεταπολίτευση και μετά ήταν το χειρότερο πλήγμα στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα.
Όχι δεν εννοώ να γίνουμε σωβινιστές ούτε όμως και να παραμείνουμε οι Ευρωπαίοι Έλληνες πολίτες, δίχως πολιτισμική ταυτότητα και σαφή άρικτη σύνδεση με τις "ρίζες" μας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία μας κάνανε να διαφέρουμε και ενίοτε να κομπάζουμε από τον καναπέ μας, είναι δυστυχώς πλέον παρελθόν και αν δε γίνει σύντομα κάτι, τότε σύντομα και η ίδια η χώρα μας θα είναι παρελθόν. Επιβάλλεται, (όσο είναι ακόμα καιρός) να αρχίσουμε να κοιτάμε και λίγο πίσω, στις "ρίζες" μας. Είναι αυτές που ενώνουν την ιστορία, τον πολιτισμό και γενικότερα αυτό που οι περισσότεροι μάθαμε (δυστυχώς στα χαρτιά...), "το Ελληνικό Ιδεώδες".
Σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν είναι γραμμένο και το παρακάτω κείμενο που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας... 

- "Πολύ όμορφος ο τόπος σου γέροντα… και από τουρισμό όπως βλέπω, σφύζει…"
-"Φοβάμαι τι μας ξημερώνει τ’ αύριο παλικάρι μου…" ήτανε η αυθαίρετη απόκριση (όπως στην αρχή μου φάνηκε), του "μπαρμα-Μανόλη" ιδιοκτήτη μιας παγκαλόμορφης γραφικής ταβέρνας σε ένα ορεινό χωριό των Ιωαννίνων το "Τσεπέλοβο". Κι όμως πόσο δίκιο είχε! Το αμήχανο χαμόγελό μου στάθηκε αναφανδόν πρόκληση κι ο καλοκάγαθος γέρος πρόθυμος "να ξημερώσει τα σκοτάδια μου" αρπάζοντας μια ψαθιά ξύλινη καρέκλα ορίζει δίπλα μου και αποκρίνεται για δεύτερη φορά: "να με συχωρνά η κυρά σου μα κανα δράμι κρασί το κερνάω γω. Εδώ περνάνε ακόμη τα ζακόνια μας".
Η καταφατική επίνευσή μου, ως προσάναμμα στη φλογερή διηγηματική ζέση του άλκιμου γέρου, παρευθύς μετουσίωσε σε εμπράγματα τα ονειροπαλέματά μου, για μια αλλοτινή πολιτισμογενής αλτρουιστική πατρίδα και ετούτη η εμπειρία θα παραμείνει αλησμόνητη, στα "βάθια" της ψυχής μου.
Μαζί της, όμως, εμμένει κι ένα αμάλγαμα συναισθημάτων και σκέψεων... δέος για το παρόν και το μέλλον, θαυμασμός για το παρελθόν!
Έκτοτε διερωτώμαι συνεχώς. Άραγε λες ο γέροντας να είχε δίκιο; Δηλαδή η εγκατάλειψη και η εξαθλίωση της υπαίθρου, η υπογεννητικότητα, η εκποίηση της γης, η ανεξέλεγκτη εισροή, μα και επιβολή μεταναστών, η έξαρση της εγκληματικότητας, ο αμοραλισμός, ο κατακερματισμός της παιδείας, η κοινωνική αβελτηρία, η ανεργία και όλες αυτές οι μεταλλάξεις που βιώνουμε καθημερινά να οφείλονται στα χωνευτήρια πολιτισμών, τις σύγχρονες πόλεις-κλουβιά και στην ομογενοποίηση μιας μαζικής ξενόφερτης κουλτούρας, που πραγματοποιείται και αγαντάρεται ποικιλοτρόπως εύπιστα με μιμητισμό, στο βωμό της παγκοσμιοποίησης;
-"Γιατί θαρρείς πως γυρνάν με πρώτη ευκαιρία για διακοπές; Έχουν ρίζες αυτού όπως λέμε εμείς"
-"Πόσο δίκιο έχεις μπάρμπα…"
Κάπου εκεί δρομολογείται το πρωτάρχισμα της βδελυρής αλλοτρίωσης της απαραλλήλιστης ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Είχαμε στα χέρια μας τη ζωή και ένα βιβλίο με χνάρια του μέλλοντος που τόσο αχαλίνωτα κυνηγούμε με το ρυθμό των πόλεων δίχως ποτέ να μπορούμε να φτάσουμε. Εύλογα λοιπόν με κάθε ευκαιρία αναζητούμε τις "ρίζες" μας. Είναι ένα κενό που δημιουργείται μέσα μας...
Εγκαταλείποντας το χωριό αποτάξαμε πολλά πίσω μας. Σε όλους μας είναι γνώριμη η έκδηλη διαχυτικότητα και η φιλοξενία των κατοίκων των χωριών, η οποία παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα των χρόνων που ευτυχώς (κυρίως στους παλαιότερους) έχουν κληροδοτηθεί και υφίστανται ακόμη και σήμερα, μα σε πολύ μικρότερο συγκριτικά βαθμό, σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Εκεί τα παιδιά μεγαλώνοντας σε ένα αυθεντικό περιβάλλον δρουν και συναναστρέφονται με όλες τις ηλικίες μαθαίνοντας πώς να παράγουν τροφή, πώς να χτίζουν ένα σπίτι, ένα σκάφος κ.ά., να πονούν τον τόπο τους, γιατί καλλιεργούν με μόχθο τα χωράφια των προγόνων τους και να νοιάζονται για τα ζώα, μαθαίνοντας την κοινωφέλεια τους για τον άνθρωπο. Έτσι, η κοινωνικοποίηση, επιτυγχάνεται απρόσκοπτα σε αντίθεση με τα παιδιά των πόλεων, που ζώντας σε ένα σύστημα που επιμηκύνει την ανωριμότητα και την εξάρτιση συνεχώς, αποστασιοποιούνται και δέχονται νωχελικά τις ταγές των δυτικών κοινωνιών .Ο Αριστοτέλης, είχε παρατηρήσει, ότι χωρίς πλήρη ενεργή συμμετοχή στον κοινωνικό βίο, δεν υπήρχε ελπίδα για κάποιον να αναπτυχθεί, ως υγιής άνθρωπος. Οι προϋποθέσεις για τέτοια συμμετοχή, υπήρχαν μόνον όσο στην ύπαιθρο υπήρχαν ζωντανά τα χωριά και στις πόλεις οι γειτονιές που τώρα πια έχουν πνιγεί από πολυώροφα "μαυσωλεία".
Χάρις την ψηφοθηρία και τη χρησιμοθηρία οι βουλευτές επαγγέλλονταν δουλειά στο δημόσιο και σε βιομηχανίες αυξάνοντας τις πελατειακές σχέσεις. Σίγουρα, αυτές οι συνθήκες εργασίας για τους επαρχιώτες (αγρότες, κτηνοτρόφους κ.α.), φάνταζαν ευνοϊκότερες δίχως να συνυπολογίζουν τα μειονεκτήματα, κουρασμένοι από τις χειρονακτικές εργασίες του χωριού ( λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας και τεχνοτροπίας), με αποτέλεσμα να συνδικαλίζονται, ούτως ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά τους. Οι νεόδμητες οικοδομές, μαζί και ο καταναλωτισμός αυξήθηκαν κρουνηδόν και συνεχώς νέα δυτικής προελεύσεως πρότυπα, παρήλαυναν μπροστά στους αποσβολωμένους μετοίκους, αυξάνοντας τα θέλγητρα της αστυφιλίας.
Μαζί με αυτά όμως πλήθυναν και οι μεταλλάξεις που συγκρότησαν το χαρακτήρα του Έλληνα. Ξεκομμένος από την παράδοση στην ύπαιθρο που έδενε τις οικογένειες, ο Έλληνας, ρίχτηκε στην κατανάλωση του ό,τι ξενόφερτου, που θα τον συνταίριαζε με τα πρότυπα της τηλεοπτικής φαντασιοπληξίας. Πρότυπα που θα ανέβαλαν τον γάμο, θα αύξαναν τις εφήμερες σχέσεις, τις εκτρώσεις, ή αλλιώς, θα κατέστρεφαν το δομικό υλικό μίας κοινωνίας – την οικογένεια.
"Εάν θέλεις να καταστρέψεις ένα έθνος, να επιμηκύνεις τα παραγωγικά χρόνια της νεολαίας του πίσω από τα θρανία", είχε προφητικά δηλώσει ο διάσημος ιστορικός Arnold J. Toynbee. Τα τέκνα αυτών των ολιγομελών οικογενειών, επί το πλείστον της μασημένης τροφής, γέμισαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας και του εξωτερικού με αιώνιους φοιτητές, που έπρεπε να εκπληρώσουν τα απωθημένα των γονέων τους για "μόρφωση", με κάθε κόστος! Εκεί, πολλοί γονείς, θα έβγαζαν τα δικά τους απωθημένα που τα είχε γεννήσει μια "δημοσιο-υπαλληλίστικη" παιδεία που, αντί για ενάρετους Έλληνες πολίτες, θα παρήγαγε μισέλληνες αναρχικούς.
Κι όλα αυτά, επειδή σκοτώσαμε τη φύτρα – τα χωριά μας. Ναι, εάν κάποτε οι πόλεις μας ήσαν τα λουλούδια, τα χωριά αποτελούσαν τις ρίζες και το λίπασμα. Εκεί στην ύπαιθρο, σμιλευόντουσαν οι ανδρειωμένοι, η λεβεντιά, οι μύθοι, οι παραδόσεις –  η απόσταξη των οποίων εισέρρεε στις πόλεις, εκεί όπου κατεργαζόταν τη λογοτεχνία, τη μουσικά και τα εικαστικά. Κι αν οι πιο "εκλεπτυσμένοι" αστοί ενίοτε περιφρονούσαν τους "αγροίκους" για την "αξεστιά" τους, όταν έπεφταν οι πόλεις στους εκάστοτε κατακτητές, ο Έλληνας χωρικός, εξακολουθούσε να αποτελεί την διαχρονική πηγή της ένοπλης αντίστασης, την αναπαραγωγή του έθνους και του εργατικού δυναμικού, την φυσική εξέλιξη της γλώσσας, τον αγωγό μνήμης και εθίμων.
Σήμερα, στοχαζόμενοι τα ρημαγμένα μας χωριά και την δημογραφική τους μετάλλαξη, όπου πλέον αλλοδαπός ιδρώτας ποτίζει τους περιβάλλοντες αγρούς, κυριευόμαστε από θλίψη και νοσταλγία για έναν νεκρό πλέον πολιτισμό. Κι αν το φυσικό επακόλουθο του θανάτου είναι η αποσύνθεση, συνεπικουρούμενη από τα σκουλήκια, έτσι και η γόνιμη γη της υπαίθρου ξενοπωλείται και διαμελίζεται με την αδηφάγο δράση κατασκευαστών, τραπεζών και κτηματομεσιτών -υπό την σκέπη του ΔΝΤ-  οι μόνοι οργανισμοί που ευδοκιμούν σε περίοδο πολιτισμικής σήψης. Αλλά κι αυτοί, όπως και τα σκουλήκια, είναι καταδικασμένοι να αλληλοσπαραχθούν όταν δεν έχει μείνει πλέον τίποτα στο κουφάρι.
Εμείς οι νεοέλληνες, τα υβριδικά πλέον απομεινάρια αυτού του φθίνοντος πολιτισμού, αενάως παραπονούμενοι για την κατάντια της χώρας μας την τελευταία τριανταετία, θα πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες στους εαυτούς μας για όλα τα δεινά. Θα πρέπει να ανατρέξουμε στις αιτίες που επέτρεψαν στους καιροσκόπους και στους πολιτικάντηδες να υποβαθμίσουν όλους τους θεσμούς με έναν ατέρμονο καταιγισμό νεωτερισμών, μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που τσάκισαν την ραχοκοκαλιά του τόπου - την παραγωγική χωρική οικογένεια - και αφαίμαξαν την ύπαιθρο από τα Ελληνικά της νιάτα.
Ίσως, τότε, να μπορεί κι ο κάθε "μπαρμπα-Μανόλης" να οδεύει όλβιος και δαψιλής σε ιστορίες για τον τόπο του μακριά από το τέναγος που έχει περιπέσει αυτός και οι οι περισσότεροι Έλληνες.
RELEASE GREECE
Δημοσίευση σχολίου